Just another WordPress.com site

Posts tagged “gaganisg

ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΜΑΣ…ΣΤΗ «ΜΝΗΜΗ» ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΓΙΑΚΟΥΜΑΚΗ

Λένε η Κρήτη διαφορά έχει από τσ’ άλλους τόπους,
μα ίδιους μας εκάνανε σαν ούλους βρήκαν τρόπους!

Για τσι παράδες πόλεμο κι ας έχουνε κηρύξει,
εις στο βωμό τους τσι αρχές τις έχομε βροντήξει…

Πατρίδα, οικογένεια, θρησκεία, μας σμιλεύουν,
μας είπαν πως αγράμματοι ειν΄ όσοι τα πιστεύουν.

Ανοίξετε τα μάθια σας μας είπαν για το χρήμα,
πάρετε κάρτες, δάνεια πριν φύγουν κι είναι κρίμα.

Να τρώτε και να ντύνεστε όπως τσι ευρωπαίους,
η μουσική κι γλώσσα τους μας κάνει πιο σπουδαίους.

Τη γη που σας ανάθρεψε μη τη καλλιεργείτε,
στα σούπερ μάρκετ και πουλιού το γάλα θα το βρείτε

Βλέπετε τηλεόραση, δείξτε και στα παιδιά σας,
ανοίξετε το Ίντερνετ να βρείτε τη χαρά σας

Δουλεύετε ολημερίς να μαζευτεί το χρήμα,
αυτόματες οι πληρωμές γίνουνται μ΄ ένα βήμα!

……………………………………………………….

Και ξαφνικά ξυπνήσαμε το χρήμα μας τελειώνει
και πίσω να γυρίσομε θεμε μα δε σηκώνει.

Έτσι το θέμα τ’ άτυχου του φοιτητή Βαγγέλη
δικός μας πόνος γίνεται και μας πληγώνουν βέλη.

Φοβούμαστε τα σφάλματα μπροστά μας μη θεριέψουν,
στσ’ αυτόματους π’αφήκαμε παιδιά μας ν΄ αναθρέψουν!

Τους μάθανε πως στη ζωή για να σε πουν “μεγάλο»,
όπως το ψάρι να σε δουν που τρώει το να τ’αλλο!

Φταίει η Κρήτη είπανε με τσι παλικαράδες,
λες και δεν γέμισε ο ντουνιάς δικούς τους μαθητάδες

Όλοι μαζί τα κάναμε πρέπει ν αποδεχτούμε,
να ψάξουμε τς αξίες μας σαν έθνος να σωθούμε.

Παλιά μυαλά κι αν είπανε παππούδες και γονέους,
αυτούς θα πρέπει να γροικούν κι όχι τσι αρουραίους

Πολλές γενιές μεγαλώσαν με τα παλιά μυαλά τους
μα τσι καινούργιες βλέπουμε ποιά ‘ναι τα ξέτελα τους!

Γιώργης Γαγάνης

Advertisements

Κοινωνικά δίκτυα ή …δίχτυα;

Για δίχτυ ή για δίκτυα να πω θα προσπαθήσω,
αυτά που λεν κοινωνικά, μα από που θ’αρχίσω…

Ν’αρχίσω από τα παλιά, που όσο ζω θυμούμαι,
να φτάξω ως τσι μέρες μας, που βλέπω και λυπούμαι.

Πριν έρθει ρεύμα στα χωριά, είναι η εποχή μου,
δύσκολα χρόνια, έλεγα, πως είχε η ζωή μου.

Δύσκολα από κούραση, γιατί δουλεύαν χέρια,
με τσι σκαλίδες σκάφτανε και κυνηγούσαν λέρια.

Από το πρώτο φως τσ’αυγής δουλειές ‘σαμε το βράδυ,
να πιείς νερό ή να πλυθείς, σέρνεις απ’το πηγάδι.

Μα σαν η μέρα έσβηνε και θελα πας στο σπίτι,
θελα δειπνήσεις ό’τι βρεις, χωρίς να’ρθεί στη μύτη.

Μετά το δείπνο καθ’αργά αρχίζαν οι βεγγέρες,
στα σπίθια αθρώποι σμήγανε εκείνεσας τσι μέρες.

Ο γης θελα βαστά ρακή, ο άλλος αστραγάλια,
δε θέλαν κόκκινα χαλιά, προσκλήσεις, παρακάλια.

Τα γέλια, τα πειράγματα είχανε τα πρωτεία,
τση ζήσης κατορθώματα πλέκαν για ιστορία.

Κι αν στη βεγγέρα είχανε και μερακλή λυράρη,
ξεχνούσαν την επαύριο για τση παρέας χάρη.

Αυτά το άγχος έδιωχνε, το ξόρκιζε τ’αέρα
και το πρωί με όρεξη παλεύανε τη μέρα.

Το μόνο άγχος είχανε αν ο Θεός θα βρέξει,
για να μη πω πως στσι πολλούς ήταν άγνωστη λέξη.

Και φτάνομε στο σήμερο, σαν μηχανές γλακούμε,
φίλους, γειτόνους, συγγενείς καθόλου δε θωρούμε.

Κάμαμε κόσμο ψεύτικο, εικονικό τον λέμε
κι ούλοι γατέμε ψεύτικος πως είναι, μας τον θέμε.

Δεν σμήγουμε από κοντά τσι φίλους μας να δούμε,
στο Facebook γυρεύουμε αν είναι να τσι βρούμε.

Άθρωπος μπλιο την πόρτα μας δε λέει να χτυπήσει,
ούτ’αδερφός δεν έρχεται, α δε τηλεφωνήσει.

Πρέπει να έχουν ραντεβού στα σπίθια μας να μπούνε
και νά’χουνε στα χέρια τους δώρα να μας κρατούνε.

Με άδεια χέρια δε μπορεί κανείς να ξεπορτήσει
κι αν απ’το Νότο είμαστε, μοιάζομε από τη Δύση.

Κι εδά απού δεν έχομε παράδες να σκορπούμε,
με δόσεις πέρνομε PC για να δικτυωθούμε.

Τη λύρα για να δούμενε με στο YouTube θα βρούμε
κι ετσά δε θέλει έξοδα για να μερακλωθούμε

Νά’χεις γνωστό στην Αμερκή, γείτονα τον λογιάζεις,
στο Skype κάνεις ένα κλικ κι αμέσως κουβεντιάζεις.

Δε λέω ότι άχρηστη είναι η τεχνολογία,
μα χάνονται η ζεστασιά, πολιτισμός κι αξία

Άλλο’ναι εις στο Facebook μάθια να σε διαβάζουν
κι άλλο δυο μάθια δίπλα σου ζεστά να σε κοιτάζουν.

Ψεύτικο κόσμο εικονικό δείχνομε στα παιδιά μας
κι εύχομαι καλά ξέτελα νά’χουν τα γεραθιά μας.

Ατσιπόπουλο 11-12-2013

20131211-120159.jpg


ΑΝΔΡΕΑΣ ΡΟΔΙΝΟΣ – Ο ΘΡΥΛΙΚΟΣ ΛΥΡΑΡΗΣ

20130831-205954.jpg

Εις το παλιό το Ρέθυμνο, στην καστροπολιτεία,
ένα κοπέλι μπεγιεντά όσα γροικά στη λύρα
που κάθ’αργά στσι γειτονιές παίζουν κι αποσπερίζουν.
Τη μέρα οι ήχοι μέσα ντου, το βράδυ στ’όνειρό ντου,
γροικά και το ξημέρωμα ήχους απ’ τσι καντάδες.
Κι ετσά δεν ήταν και πολύ να του γενεί μαράζι,
να μάθει τέθοιο όργανο που ξεπερνά τη φύση.
Αντρέας ήταν στ’όνομα και Ροδινό τον γράφουν
με κύρη απ’τ’Ατσιπόπουλο τη βίγλα του Ρεθέμνους,
με μάνα απ’ τα Φρατζεσκιανά πιο πάνω τα Μετόχια.
Δίνει ο Θιός και έπιασε λύρα στα δυο του χέρια
και την εκάνει επέκταση ψυχής με μελωδίες
κι όσοι κι αν τον ακούσανε παντοτινά θυμούνται
κάθε σκοπό του Ροδινού να γλείφει την ψυχή τους.
Τον Ψύλλο απ’την Επισκοπή είχε για πασαδόρο,
που λένε πως πρωτόφερε στο Ρέθεμνος λαούτο
και μια βραδιά επαίξανε μαζί στην προκυμαία,
που τόσος κόσμος, λέγεται, δεν είχε ξανασμίξει.
Εβρέθηκε ο Χαρίλαος μαζί με τον Καντέρη
άρχοντες στ’Αποκόρωνα στο παίξιμο τση λύρας,
το Ροδινό καμάρωσαν, που μάγευε τα πλήθη
και είπανε πως γρήγορα ο πιο καλός θα γίνει.
Με Μπαξεβάνη ή Μπαξέ ταιριάξανε να παίζουν,
που’ταν αηδόνι στη λαλιά και άσος στο λαούτο
κι όπου ζυγιά επαίξανε, τον κόσμο ξεσηκώναν
κι ας ήτανε καλά-καλά αμούστακα κοπέλια.
Ο Ροδινός ερευνητής ήταν στην εποχή του
και τα χωριά εγύριζε παλιούς σκοπούς εζήτα
απ’τσι παλιούς λυράρηδες ν’ακούσει μελωδίες
και με το πάθος που είχενε, γρήγορα να μαθαίνει…
και γίνεται απ’τσι ξακουστούς λυράρηδες στην Κρήτη.
Η μοίρα όμως θέλησε βαριά να αρρωστήσει,
ενώ υπηρετούσενε φαντάρος την πατρίδα
και πάνω στην αρρώστια του προλάβανε να γράψουν
δυό δίσκους του γραμμόφωνου, πού’ναι στην Κρήτη ύμνοι.
Ο Μπαξεβάνης έπαιξε, χωρίς να τραγουδήσει,
λες κι ήξερε τι έμελλε να γίνει στο λυράρη
και κράτησε βαριά σιωπή, όπως νεκρούς τιμούνε.
Δεν πέρασε πολύς καιρός, στα εικοσιδυό του χρόνια
για πάντα να παγώσουνε μάτια, καρδιά, δοξάρι.
Μα ώστε να υπάρχουνε στην Κρήτη μερακλήδες,
θα παίζουνε γλυκούς σκοπούς, που ο Ροδινός αφήνει.

20130831-210137.jpg

Κρήτη αγαπημένη στο Facebook

Κρήτη αγαπημένη στο YouTube


ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

      Μήνας που τονε θέλουνε δύο φορές το χρόνο.
      Άρχοντας του καλοκαιριού γεμάτος φύσης κάλλη,
      στεφάνια με αροδαμούς και κλίματα στολίζουν
      και κρεμαστάρια κόκκινα, άσπρα και ροδισμένα,
      σταφύλια , σύκα και λογιώ λιαστά γλυκά καλούδια.
      Ολημερίς του τραγουδούν πουλιά, τζιτζίκοι, αθρώποι,
      έχει στη μέση του γιορτή τση πιο μεγάλης μάνας,
      τση Παναγιάς μας τση καλής, που βλέπει τα κοπέλια.
      Αύγουστος μήνας λέγεται γι’Αυτοκρατόρου χάρη,
      μα ο ίδιος Αυτοκράτορας είναι από τσ’άλλους μήνες.
      Κι ας λένε από Αύγουστο πως μπαίνει ο χειμώνας.
      Στο τόπο που γεννήθηκαν φέρνει ξενιτέμενους,
      να δουν γονέους και δικούς κι ούλους τσι συντοπίτες,
      λες κι έχουν όρκο ιερό δώσει σ’ αυτόν τον μήνα,
      όπου κι είναι να’ρχουνται στο τόπο απού τσι γέννα.

      Τούτος ο μήνας μου δώκε το πρώτο φως στον κόσμο…

Κρήτη αγαπημένη στο Facebook

Κρήτη αγαπημένη στο YouTube

20130825-185011.jpg


Με μόνη την αγάπη τους νά’χουν περιουσία.

Στο Κάτω Βαλσαμόνερο του Δυτικού Ρεθέμνου
ντελικανής αγάπανε μια νια στη γειτονιά του,
που από κοπέλια τάχτηκαν, όντε θα μεγαλώσουν,
ζευγάρι νά’ναι στη ζωή, ποτέ μη χωριστούνε.
Σφιχτοδεμένα νά’χουνε χέρια σε κάθε μπόρα,
ώστε να θέλει ο Θεός στη ζήση να τους έχει.
Ο νιός τ’Αγίου είχενε όνομα του μπροστάρη,
πού’ναι καβάλα στ’άλογο και τα θεριά παλεύει.
Η νια τ’Αγίου που μπορεί λευτέρωση να φέρει,
στους δράκους στα ονείρατα να δείξουνε μαχαίρι,
τη λευτεριά να φέρουνε σε ό’τι τσι ενώνει.
Νιός είναι ο Γιώργης, καλονιά είναι κι η Λευτερία,
στα δεκοκτώ του ήτονε κι αυτή στα δεκαφτά τζη,
όντε ζευγαρωθήκανε και πήραν ευλογία
απ’την Αγιά Παρασκευή που βλέπει το χωριό τους…
Δύσκολοι χρόνοι, ξέρανε ήντα τους περιμένει,
μα στέσανε το μπέτη τους τση φαμελιάς ασπίδα,
με μόνη την αγάπη τους νά’χουν περιουσία.
Κοπέλια αναθρέψανε πέντε στο φτωχικό τους,
αθρώπους να τα κάνουνε στση κατοχής τα χρόνια
και να τα καμαρώνουνε κι εκείνα να παιδιώνουν.
Οι δυο τους κανακέψανε δεκάξι εγγονάκια
κι αυτά τριαντατέσσερα δισέγγονα βλαστήσαν
και φτάξανε τρισέγγονα στο κόσμο να χαρούνε.
Ποτέ δεν εμαλώσανε, λόγια κακά δεν είπαν.
Ευχή για προίκα δώσανε στους γάμους των παιδιών τους
«Όπως καλοπερνούμενε κι εσείς αγαπημένοι
κι ούλα τα πέμπει ο Θεός, όντεν υπάρχει αγάπη»
αφήκε η αγάπη τους νάμι να τσι θυμούνται.
Σαν Ρώκριτου και Αρετής, που λέει ο Κορνάρος,
ετσά μεγάλη εγίνηκε και να μου το θυμάστε,
πως χρόνοι κι αν περάσουνε, θα τσι αναστορούνται.
Από το «τριανταεννιά» και πάει «δεκατρία»
χρόνια εβδομηντατέσσερα μαζί αγκαλιασμένοι.
Μα κέρδισε ο Χάροντας ο μαύρος, που χωρίζει
όλους τσ’αθρώπους στη ζωή στσι είκοσι τ’Αυγούστου,
τη Λευτερία επήρενε κι αντροκαλεί το Γιώργη.
Μα βλέπει άντρα το φιλί μέσα στο κρύο στόμα
να δίνει τ’αποχωρισμού και πάλι να τση τάζει,
πως δε ξεχνά τον όρκο του ούτε στον Κάτω Κόσμο.
Χόρτασε ο Γιώργης τη ζωή στα ενενήντα ένα.
Καλλιά’χει με το Χάροντα κάλπικα να παλέψει,
για να νικήσει ο Χάροντας, να βρει τη Λευτερία
νά’ναι στην άλλη τη ζωή πάλι μαζί για πάντα.
Κι είναι μαράζι να θωρεί κόσμο χωρίς εκείνη,
μα πάλι πέμπει ο Θεός υπομονή να κάνει.

Κρήτη αγαπημένη

Το κανάλι της παρέας


Το Ατσιπόπουλο με θύμησες του χθες!

Δυο φίλοι Ατσιπουλιανοί τσι θύμησες σκαλίζουν
κι αναστορούνται τα παλιά, τα χρόνια που περάσαν
πώς ήταν τότε το χωριό πριν γίνει πολιτεία
πώς ήτανε τσ’ώρες τσ’αυγής, πώς ήτανε τα βράδια
πώς οι χειμώνες πέρασαν και πώς τα καλοκαίρια
πώς ήταν στον περιστερέ στο σπήλιο όντε ξωμένεις
να σηκωθείς την ταχινή κι απ’το σκαλί τση λίμνης
να ανεβείς να δεις το φως στον κόσμο να απλώνει
να κατεβείς στου καυγατζή να κάτσεις στο χαράκι
να πιάσεις ψάρια να τα πας στο σπήλιο τ’Άη Νικόλα
να αγναντεύεις τα νησιά σα δυο μικρές γοργόνες
και να θαρρείς για λόγου σου πως χτίστηκε ο κόσμος.
Να’ρθούνε κι άλλοι απ’το χωριό και τσ’εκκλησάς τη πόρτα
να ρίχνουνε μες στο γυαλό σα βάρκα όπου κολύμπα,
να τη φορτώσουνε αχινιούς, ψάρια, καβρούς, χταπόδια
για να τα γευματίζουνε στον ασκιανιό του σπήλιου
με τ’ατσιπουλιανό κρασί εγλύκαινε ο νου τους
κι οι μαντινάδες τρέχανε σα ποταμός στα χείλη.
Και σα βουτήξει στο γυαλό ο ήλιος σα μουχλιάσει
να πάρουν στράτα ν’ανεβούν εις το κεφαλοχώρι
ξανοίγουνε τσι αλυκές αν έχουνε αλάτσι
νά’χουν γυαλού τη νοστιμιά στο φτωχικό τους πιάτο.
Να δουν γινώσαν οι συκιές στση Τζιαναννής τ’αμπέλια
και με τα συκοστάφυλα γεμίζαν το καλάθι
νά’χουνε να τρατάρουνε όποιος κι α’ μπεί στο σπίτι.
Τση καβαλούρας παίρνανε τη φιδωτή τη στράτα
να μπούνε βράδυ στο χωριό κι ό’τι’χουν να δειπνήσουν
να μοιραστούν με γείτονες κι ότι είχε ο καθένας
ν’ απογυρίσουν του χωριού αργά τσι καφενέδες
βόλτες απ’τη μεσοχωριά ως τσ’αγοράς το δρόμο
για μια ρακή, για ένα καφέ με τσι παλιούς ανθρώπους
Και βρες πανεπιστήμια καλύτερα ομπρός τους.
Βρουχούν τα στενοσόκακα σα μελισσοκοφίνια
κοπέλια και νοικοκυρές με γέλια αποσπερίζουν
οι νιές μαθαίνουν τσι χορούς στα πιο μικιά κοπέλια
τση Παναγιάς τον Αύγουστο τα ζάλα να κατέχουν
που κάνουν στη μεσοχωριά όμορφο πανηγύρι.
Ετσά λιτά και όμορφα περνούσαν καλοκαίρια
και σαν εφθινοπώριαζε κι είχε περάσει ο τρύγος,
τα ρακοκάζανα φωθιά παίρναν μαζί με γλέντια.
Παράδεισος, μεσοχωριά, ρουκούνι κι Άη Γιάννης
εζάλιζαν οι μυρωδιές που βγάζαν τα καζάνια.
Η τσίκνα από το μεζέ και τσι οφτές πατάτες
και τσι Πετρακογιώργαινας τα ξεραμένα σύκα
εκιά πρωτοακούγανε του Σοφοκλή τη λύρα
να παίζει τσι γλυκούς σκοπούς και να τσι μερακλώνει.
Κι ως τα καζανοξέτελα Χριστούγεννα σιμώνουν
πάλι γιορτές με συγγενείς, γονέους και αδέλφια
εθώριες τ’Ατσιπόπουλο κι έλαμπε Θείες Μέρες.
Σα φτάνανε οι Αποκρές τα σπίτια θα γυρίζουν
μ’όμορφα μασκαρέματα ν’ανοίγουν κάθε πόρτα.
Και θώριες γέλια αληθινά να τσι καλωσορίζουν
ώσπου η αυγή τση Καθαρής Δευτέρας ξημερώσει
που κάνανε τα μούτρα τους μαύρα σα τζι καφάδες
και με τραγούδια το χωριό γυρίζαν ως το βράδυ.
Περνούσε κι η Σαρακοστή κι έφτανε η Βδομάδα
τους φαίνεται πολύ μικρή μα είναι η Μεγάλη.
Στ’Άη Λευτέρη τα στενά χωσμένα τα δεμάθια
λιανόξυλα που είχανε νοικοκυρές για φούρνους
αρπάζανε για τσι φωθιές να κάψουν τον Ιούδα
να φτάξει η Ανάσταση τσ’Άνοιξης το χαμπέρι.
Ήντα να πρωτοθυμηθούν και ήντα να ξεχάσουν
από τσ’ανθρώπινες στιγμές εκείνες σας τσι μέρες
που θάργες είχες συγγενείς ούλους τσι χωριανούς σου
«μπάρμπα» και «θεία» έλεγες και σεβασμό τους είχες
κι αυτοί σου ορμηνεύανε, όπως και τα παιδιά τους.
Τζελίσηδες,Γασπάρηδες,Συκάκια κι Αγγελάκια,
οι Ροδινοί,οι Παχουλοί,Μυστράκια,Χατζηδάκια,
Κουτσούρηδες,Ξενάκηδες,Σκορδίληδες,Αβάτζοι,
Σαμψών, Δημητρακάκηδες, Βλαστοί, Παπατζανήδες,
Γαγάνηδες, Γιαννούληδες, Λιανδρήδες, Περπιρήδες,
Βερνάδοι,Παπαλέξηδες,Σταγάκηδες,Τζανήδες,
Κωστάκηδες,Δαλέντζηδες,Πολόπετροι,Λιονήδες,
Τζίβιδες, Χλαμπουτάκηδες….και να με συγχωρούνε
αν κάποιους τσι εξέχασα και είναι χωριανοί μας.
Όπου ‘ναι ανάγκη τρέξανε κι η Κρήτη καμαρώνει
μα μόνο λίγοι απόμειναν να τσι αναστορούνται.
Κι αν σε κοπέλια θα τα λες, γροικούντα παραμύθια
σα τσι παλιές ασπρόμαυρες τους φαίνονται ταινίες.
Όμως καλλιά τσι σημερνές ημέρες μη λογιάζω
απού χαθήκαν στο βωμό του χρήματος αξίες
που κάνει τ’Άτσιπόπουλο νά’ναι πατέ και λίρα.
Ούλα πουλιούνται εύκολα, μα ποιός παράδες παίρνει
να τσι κρατά τ’Αγιά Αντωνιού πεσκέσι στην αμπέλα;

20130715-103703.jpg

20130715-103728.jpg

20130715-103754.jpg

20130715-103822.jpg

20130715-103841.jpg

20130715-103911.jpg

20130715-103938.jpg


Γαϊδαρομαχιές…

Τση ματζιαδούρας άκουσα νέα στο καφενείο
πως γαϊδουράγκαθα μασούν αντί για τρεις, οι δύο.

Ο καβαλάρης πήδηξε σα βρήκε το σκαρβέλι
κι ο γάιδαρος απόμεινε σομάρι να μη θέλει.

Σομάρι-γάιδαρος μαζί ποτέ δεν είναι φίλοι
και ας γροικάς στο γκάρισμα γλυκόλογα στα χείλη.

Φορεί σομάρι ο γάιδαρος, δεμένη η μπροστελίνα
μα καβαλάρη αν δε βρουν δε βγάζουνε το μήνα.

Ο καβαλάρης φώτισε κάτω να ξεπεζέψει
πρέπει πως άκουσε φωνή λαού απ’τον Αλέξη.

Γιατί τσι γαϊδαρομαχιές τους είπε ο Αλέξης
πως ο λαός ελόγιασε στο διάλο να τσι πέψει.

Κι οι τρεις θα το πλερώσουνε, άμα καβαλικέψει
φωνή λαού, οργή Θεού, ποιός γάιδαρος θ’αντέξει;

Ο γάιδαρος κι αν φόρεσε σομάρι, χαλινάρι
ο νους του είναι στη βολή, στ’άχερα, στο κριθάρι.

Καλλιά’χει ο κάθε γάιδαρος άχερα και κριθάρι
από μπελά στη ράχη του,του καθενός γομάρι !!!!

20130621-232328.jpg