Just another WordPress.com site

Τελευταία

Με μόνη την αγάπη τους νά’χουν περιουσία.

Στο Κάτω Βαλσαμόνερο του Δυτικού Ρεθέμνου
ντελικανής αγάπανε μια νια στη γειτονιά του,
που από κοπέλια τάχτηκαν, όντε θα μεγαλώσουν,
ζευγάρι νά’ναι στη ζωή, ποτέ μη χωριστούνε.
Σφιχτοδεμένα νά’χουνε χέρια σε κάθε μπόρα,
ώστε να θέλει ο Θεός στη ζήση να τους έχει.
Ο νιός τ’Αγίου είχενε όνομα του μπροστάρη,
πού’ναι καβάλα στ’άλογο και τα θεριά παλεύει.
Η νια τ’Αγίου που μπορεί λευτέρωση να φέρει,
στους δράκους στα ονείρατα να δείξουνε μαχαίρι,
τη λευτεριά να φέρουνε σε ό’τι τσι ενώνει.
Νιός είναι ο Γιώργης, καλονιά είναι κι η Λευτερία,
στα δεκοκτώ του ήτονε κι αυτή στα δεκαφτά τζη,
όντε ζευγαρωθήκανε και πήραν ευλογία
απ’την Αγιά Παρασκευή που βλέπει το χωριό τους…
Δύσκολοι χρόνοι, ξέρανε ήντα τους περιμένει,
μα στέσανε το μπέτη τους τση φαμελιάς ασπίδα,
με μόνη την αγάπη τους νά’χουν περιουσία.
Κοπέλια αναθρέψανε πέντε στο φτωχικό τους,
αθρώπους να τα κάνουνε στση κατοχής τα χρόνια
και να τα καμαρώνουνε κι εκείνα να παιδιώνουν.
Οι δυο τους κανακέψανε δεκάξι εγγονάκια
κι αυτά τριαντατέσσερα δισέγγονα βλαστήσαν
και φτάξανε τρισέγγονα στο κόσμο να χαρούνε.
Ποτέ δεν εμαλώσανε, λόγια κακά δεν είπαν.
Ευχή για προίκα δώσανε στους γάμους των παιδιών τους
«Όπως καλοπερνούμενε κι εσείς αγαπημένοι
κι ούλα τα πέμπει ο Θεός, όντεν υπάρχει αγάπη»
αφήκε η αγάπη τους νάμι να τσι θυμούνται.
Σαν Ρώκριτου και Αρετής, που λέει ο Κορνάρος,
ετσά μεγάλη εγίνηκε και να μου το θυμάστε,
πως χρόνοι κι αν περάσουνε, θα τσι αναστορούνται.
Από το «τριανταεννιά» και πάει «δεκατρία»
χρόνια εβδομηντατέσσερα μαζί αγκαλιασμένοι.
Μα κέρδισε ο Χάροντας ο μαύρος, που χωρίζει
όλους τσ’αθρώπους στη ζωή στσι είκοσι τ’Αυγούστου,
τη Λευτερία επήρενε κι αντροκαλεί το Γιώργη.
Μα βλέπει άντρα το φιλί μέσα στο κρύο στόμα
να δίνει τ’αποχωρισμού και πάλι να τση τάζει,
πως δε ξεχνά τον όρκο του ούτε στον Κάτω Κόσμο.
Χόρτασε ο Γιώργης τη ζωή στα ενενήντα ένα.
Καλλιά’χει με το Χάροντα κάλπικα να παλέψει,
για να νικήσει ο Χάροντας, να βρει τη Λευτερία
νά’ναι στην άλλη τη ζωή πάλι μαζί για πάντα.
Κι είναι μαράζι να θωρεί κόσμο χωρίς εκείνη,
μα πάλι πέμπει ο Θεός υπομονή να κάνει.

Κρήτη αγαπημένη

Το κανάλι της παρέας

Advertisements

Το Ατσιπόπουλο με θύμησες του χθες!

Δυο φίλοι Ατσιπουλιανοί τσι θύμησες σκαλίζουν
κι αναστορούνται τα παλιά, τα χρόνια που περάσαν
πώς ήταν τότε το χωριό πριν γίνει πολιτεία
πώς ήτανε τσ’ώρες τσ’αυγής, πώς ήτανε τα βράδια
πώς οι χειμώνες πέρασαν και πώς τα καλοκαίρια
πώς ήταν στον περιστερέ στο σπήλιο όντε ξωμένεις
να σηκωθείς την ταχινή κι απ’το σκαλί τση λίμνης
να ανεβείς να δεις το φως στον κόσμο να απλώνει
να κατεβείς στου καυγατζή να κάτσεις στο χαράκι
να πιάσεις ψάρια να τα πας στο σπήλιο τ’Άη Νικόλα
να αγναντεύεις τα νησιά σα δυο μικρές γοργόνες
και να θαρρείς για λόγου σου πως χτίστηκε ο κόσμος.
Να’ρθούνε κι άλλοι απ’το χωριό και τσ’εκκλησάς τη πόρτα
να ρίχνουνε μες στο γυαλό σα βάρκα όπου κολύμπα,
να τη φορτώσουνε αχινιούς, ψάρια, καβρούς, χταπόδια
για να τα γευματίζουνε στον ασκιανιό του σπήλιου
με τ’ατσιπουλιανό κρασί εγλύκαινε ο νου τους
κι οι μαντινάδες τρέχανε σα ποταμός στα χείλη.
Και σα βουτήξει στο γυαλό ο ήλιος σα μουχλιάσει
να πάρουν στράτα ν’ανεβούν εις το κεφαλοχώρι
ξανοίγουνε τσι αλυκές αν έχουνε αλάτσι
νά’χουν γυαλού τη νοστιμιά στο φτωχικό τους πιάτο.
Να δουν γινώσαν οι συκιές στση Τζιαναννής τ’αμπέλια
και με τα συκοστάφυλα γεμίζαν το καλάθι
νά’χουνε να τρατάρουνε όποιος κι α’ μπεί στο σπίτι.
Τση καβαλούρας παίρνανε τη φιδωτή τη στράτα
να μπούνε βράδυ στο χωριό κι ό’τι’χουν να δειπνήσουν
να μοιραστούν με γείτονες κι ότι είχε ο καθένας
ν’ απογυρίσουν του χωριού αργά τσι καφενέδες
βόλτες απ’τη μεσοχωριά ως τσ’αγοράς το δρόμο
για μια ρακή, για ένα καφέ με τσι παλιούς ανθρώπους
Και βρες πανεπιστήμια καλύτερα ομπρός τους.
Βρουχούν τα στενοσόκακα σα μελισσοκοφίνια
κοπέλια και νοικοκυρές με γέλια αποσπερίζουν
οι νιές μαθαίνουν τσι χορούς στα πιο μικιά κοπέλια
τση Παναγιάς τον Αύγουστο τα ζάλα να κατέχουν
που κάνουν στη μεσοχωριά όμορφο πανηγύρι.
Ετσά λιτά και όμορφα περνούσαν καλοκαίρια
και σαν εφθινοπώριαζε κι είχε περάσει ο τρύγος,
τα ρακοκάζανα φωθιά παίρναν μαζί με γλέντια.
Παράδεισος, μεσοχωριά, ρουκούνι κι Άη Γιάννης
εζάλιζαν οι μυρωδιές που βγάζαν τα καζάνια.
Η τσίκνα από το μεζέ και τσι οφτές πατάτες
και τσι Πετρακογιώργαινας τα ξεραμένα σύκα
εκιά πρωτοακούγανε του Σοφοκλή τη λύρα
να παίζει τσι γλυκούς σκοπούς και να τσι μερακλώνει.
Κι ως τα καζανοξέτελα Χριστούγεννα σιμώνουν
πάλι γιορτές με συγγενείς, γονέους και αδέλφια
εθώριες τ’Ατσιπόπουλο κι έλαμπε Θείες Μέρες.
Σα φτάνανε οι Αποκρές τα σπίτια θα γυρίζουν
μ’όμορφα μασκαρέματα ν’ανοίγουν κάθε πόρτα.
Και θώριες γέλια αληθινά να τσι καλωσορίζουν
ώσπου η αυγή τση Καθαρής Δευτέρας ξημερώσει
που κάνανε τα μούτρα τους μαύρα σα τζι καφάδες
και με τραγούδια το χωριό γυρίζαν ως το βράδυ.
Περνούσε κι η Σαρακοστή κι έφτανε η Βδομάδα
τους φαίνεται πολύ μικρή μα είναι η Μεγάλη.
Στ’Άη Λευτέρη τα στενά χωσμένα τα δεμάθια
λιανόξυλα που είχανε νοικοκυρές για φούρνους
αρπάζανε για τσι φωθιές να κάψουν τον Ιούδα
να φτάξει η Ανάσταση τσ’Άνοιξης το χαμπέρι.
Ήντα να πρωτοθυμηθούν και ήντα να ξεχάσουν
από τσ’ανθρώπινες στιγμές εκείνες σας τσι μέρες
που θάργες είχες συγγενείς ούλους τσι χωριανούς σου
«μπάρμπα» και «θεία» έλεγες και σεβασμό τους είχες
κι αυτοί σου ορμηνεύανε, όπως και τα παιδιά τους.
Τζελίσηδες,Γασπάρηδες,Συκάκια κι Αγγελάκια,
οι Ροδινοί,οι Παχουλοί,Μυστράκια,Χατζηδάκια,
Κουτσούρηδες,Ξενάκηδες,Σκορδίληδες,Αβάτζοι,
Σαμψών, Δημητρακάκηδες, Βλαστοί, Παπατζανήδες,
Γαγάνηδες, Γιαννούληδες, Λιανδρήδες, Περπιρήδες,
Βερνάδοι,Παπαλέξηδες,Σταγάκηδες,Τζανήδες,
Κωστάκηδες,Δαλέντζηδες,Πολόπετροι,Λιονήδες,
Τζίβιδες, Χλαμπουτάκηδες….και να με συγχωρούνε
αν κάποιους τσι εξέχασα και είναι χωριανοί μας.
Όπου ‘ναι ανάγκη τρέξανε κι η Κρήτη καμαρώνει
μα μόνο λίγοι απόμειναν να τσι αναστορούνται.
Κι αν σε κοπέλια θα τα λες, γροικούντα παραμύθια
σα τσι παλιές ασπρόμαυρες τους φαίνονται ταινίες.
Όμως καλλιά τσι σημερνές ημέρες μη λογιάζω
απού χαθήκαν στο βωμό του χρήματος αξίες
που κάνει τ’Άτσιπόπουλο νά’ναι πατέ και λίρα.
Ούλα πουλιούνται εύκολα, μα ποιός παράδες παίρνει
να τσι κρατά τ’Αγιά Αντωνιού πεσκέσι στην αμπέλα;

20130715-103703.jpg

20130715-103728.jpg

20130715-103754.jpg

20130715-103822.jpg

20130715-103841.jpg

20130715-103911.jpg

20130715-103938.jpg

Γαϊδαρομαχιές…

Τση ματζιαδούρας άκουσα νέα στο καφενείο
πως γαϊδουράγκαθα μασούν αντί για τρεις, οι δύο.

Ο καβαλάρης πήδηξε σα βρήκε το σκαρβέλι
κι ο γάιδαρος απόμεινε σομάρι να μη θέλει.

Σομάρι-γάιδαρος μαζί ποτέ δεν είναι φίλοι
και ας γροικάς στο γκάρισμα γλυκόλογα στα χείλη.

Φορεί σομάρι ο γάιδαρος, δεμένη η μπροστελίνα
μα καβαλάρη αν δε βρουν δε βγάζουνε το μήνα.

Ο καβαλάρης φώτισε κάτω να ξεπεζέψει
πρέπει πως άκουσε φωνή λαού απ’τον Αλέξη.

Γιατί τσι γαϊδαρομαχιές τους είπε ο Αλέξης
πως ο λαός ελόγιασε στο διάλο να τσι πέψει.

Κι οι τρεις θα το πλερώσουνε, άμα καβαλικέψει
φωνή λαού, οργή Θεού, ποιός γάιδαρος θ’αντέξει;

Ο γάιδαρος κι αν φόρεσε σομάρι, χαλινάρι
ο νους του είναι στη βολή, στ’άχερα, στο κριθάρι.

Καλλιά’χει ο κάθε γάιδαρος άχερα και κριθάρι
από μπελά στη ράχη του,του καθενός γομάρι !!!!

20130621-232328.jpg

Τρακόσοι να μας μασουλούν εμάς και τα παιδιά μας…

Το ψάρι απ’την κεφαλή μυρίζει, είναι αλήθεια,
όντε θα πολυκαιριστεί μες στη ψαροκασέλα.
Η κεφαλή του έφταιξε για να πιαστεί στα δίχτυα
με την ορά θα γλίτωνε του καθενούς μασέλα.
Κι εμείς αναστορούμαστε για όλα τα κακά μας…
Η κεφαλή μας έφταιξε και φτάσαμε στο πιάτο;;
Τρακόσοι να μας μασουλούν εμάς και τα παιδιά μας
Θαρρώ πως βάλαμε ορά σα σκύλος μες στα σκέλια
ενώ το ψάρι με ορά μπορεί να κολυμπήσει!
θαρρούσαμε πως πάντοτε θά’χομε ξένα μέλια
σαν τσι κηφήνες κάναμε μα’χάθει το μελίσσι.
Η κεφαλή μας έφταιξε που κεφαλές του τόπου
να μας λαλούν ορίσαμε σα πρόβατα που σφάζουν…
Εμείς με φόβο τη μπουκιά του μοχθηρού μας κόπου
κι αυτοί αδούλευτο ψωμί να φάνε κομμαθιάζουν
μαχαίρι έχουν κοφτερό κι εμάς να τ’ακονίζουν
κι αφού κασάπης ο παππούς κασάπης κι ο πατέρας
κασάπης θά’ναι και ο γιος φωνάζουν και φοβίζουν…
Ή να τους κάνομε «χρυσά»να’χουνε αυγά τση μέρας
ή κεφαλές μας κόβουνε να το πουλούνε κρέας.

20130612-233644.jpg

Το λένε κρητικό κρασί κι ας έχει γίνει ξύδι…

Τη γνώμη μου θέλω να πω…δε γράφω ιστορία
για μουσική που γνώρισα και ποιά θωρώ πορεία.

Όποιος γυρίζει τα χωριά τση Κρήτης θα γνωρίζει
δεν έχουν ίδια προφορά, εύκολα ξεχωρίζει.

Αλλιώς μιλούνε στα Χανιά, αλλιώς πέρα στη Στεία,
άλλη γροικάς στο Ρέθεμνος γή Κάστρου μελωδία

Και ένα-ένα τα χωριά ν’άκουγες μουσική τους
θα πεις υπάρχει διαφορά κι ας μοιάζουν μεταξύ τους

Γιατί τα λέω όλα αυτά;;…Μα θέλω να τονίσω
τσι μουσικές διαφορές κι απώς θα συνεχίσω.

Παλιά είχανε τα όργανα λύπες, χαρές να λένε
κι εδά γροικάς μες στη χαρά στα ξαφνικά να κλαίνε.

Τραγούδια και παρέες τους, τρόποι να διασκεδάζουν
κι εδά θωρείς δυο να λαλούν και δέκα να φωνάζουν.

Με την αστικοποίηση ήρθανε κι οι συλλόγοι
και γίνηκ’ ένας αχταρμάς -ίσως δραχμών οι λόγοι.

Ξεκίνησαν να σώσουνε έθιμα και αξίες
να σμίγουνε, ν’αναστορούν χωριών τους ιστορίες.

Δεν είναι απαραίτητα κακό αυτό το πράμα,
μα μπερδευτήκαν μουσικές και γίναν νέο κράμα.

Γεραπετρίτες μαθητές και δάσκαλοι Χανιώτες
δε γίνεται βιώματα να μάθουν με τσι νότες.

Δε ξέρει κισσαμίτικα καλά ο Λασιθιώτης
κι ούτ’ανατολικούς σκοπούς καλά ο Ρεθεμνιώτης.

Δεν έχουνε βιώματα να παίζουνε στο Κάστρο
τ’Άη Βασίλη τσι σκοπούς, όσο κι αν έχουν άστρο.

Τ’αποκορωνιώτικα, όσο κι αν μελετήσεις,
άμα δεν έχεις πρότυπο, τον Πιπερή ν’αφήσεις!

Μουντάκη λύρα άκουσε, μ’αυτό θά’χει ουσία
παρέες αλφιανές αν βρεις και όχι τα μουσεία.

Πήγε ο Μούντης στσ’ουρανούς, λύρα να δείξει σ’άλλους,
βρες τσι καλούς του μαθητές να έχεις για δασκάλους.

Δεν παίζουν τα στερουσιανά όπως ο Τζιβιδίκος
κι όσο κι αν φας το όργανο, ο κόπος πάει αδίκως.

Ούτε καλά το Σκορδαλό δεν ημπορείς να νιώσεις,
άμα παρέες Μέλαμπες και Σπήλι δε στελιώσεις.

Το Τζέγκα και το Χάρχαλη, Μαύρο και Κουτσουρέλη
δεν τονε νιώθεις αν δε ζεις για χρόνους στο Καστέλι.

Το πεντοζάλι στα Σφακιά, στο Ρέθεμνος η σούστα
στο Μαλεβίζι καστρινό, αγκαλιαστό στον Κρούστα.

Συρτά καλά στην Κίσσαμο με την παλιά αξία
και κοντυλιές Γεράπετρο, Αμάρι και Σητεία.

Βέβαια παίζουνε παντού τση Κρήτης μελωδία,
μ’αλλιώς το ζει κάθε χωριό κι αλλιώς μες στα ωδεία.

Και θα μου πεις εφύγανε, πάνε τα χρόνια εκείνα,
μ’άλλο να κολυμπάς γυαλό και άλλο στην πισίνα.

Αυτό το κράμα σήμερο κάθε καρές καρύδι
το λένε κρητικό κρασί κι ας έχει γίνει ξύδι.

Παλιά ήσαν οι δουλειές σκληρές, μ’αν ήταν πανηγύρι,
όλα τα παραμέριζαν για του γλεντιού χατήρι.

Λίγες εδά είν’οι δουλειές και γλέντι όπου βραδιάζεις,
μ’αν κάθε μέρα τρως αρνί, λαμπρή τηνε λογιάζεις;

Δε παίζουν μόνο καστρινό, συρτό, τριζάλι, σούστα,
μα ό’τι τραβά η όρεξη στων πελατών τα γούστα.

Στη λύρα μ’ευρωπαϊκούς παλιά χορεύαν ντάμα,
ανάγκη ήτανε του νιού νά’ναι τση νιας αντάμα….

Μα σήμερο έχει μαγαζιά ό’τι ποθείς ν’ακούσεις.
Δεν είν’ανάγκη όπου συρτά με βαλς μαζί να λούσεις.

Δε φταίνε μόνο οι μουσικοί, μα πιο πολύ οι φίλοι,
που θέλουν πιο πολύ να δουν, παρά ν’ακούσουν χείλη.

Δεν ξέρουν να χωρίζουνε το στάρι από την ήρα
και βρίσκουνε ποιός θέατρο παίζει μαζί με λύρα.

Οι μουσικοί που γνήσιες παίζουνε μελωδίες,
υπάρχουν και τσι μουσικές θα πάψουν αμαρτίες.

Υπάρχει τρόπος μουσικούς να βρεις να δοκιμάσεις…
Άσε τ’αυτί σου στο σκοπό να δεις, θ’ανατριχιάσεις;

Εκιά που ακούς τ’όργανα κι αγγίζουν την ψυχή σου,
για μερακλήδες παίζουνε, δείξε την προσοχή σου!!!

Πιστεύω δύναμη ψυχής έχει αυτός ο τόπος
κι έχει μεράκι μη χαθεί ο γνήσιος ο τρόπος!

Συγνώμη αν σε κούρασε η γνώμη μου που είδες,
δεν ξέρω αν είμαι μερακλής, μα είναι για μερακλήδες!!!

20130608-232705.jpg

Ανθρώπων κρίση ξέχασε…

Ανθρώπων κρίση ξέχασε…θεού μόνο φοβήσου…
αυτός χαρίζει τη ζωή και παίρνει συλλογίσου.

Αντί πρεπά και όμορφα στη γης να πορπατούμε…
θαρρούμε πως εφτά ζωές έχομε και γλακούμε.

Να κάνομε πολλά λεφτά και ζούμε με το άγχος
ούλοι θαρρούμε το κορμί θα στέκει πάντα βράχος.

Δε μασέ νοιάζει οι γύρω μας ίντα ζωή περνούνε
μόνο τη μπάντα του κιανείς σάζει να τη θωρούνε.

Αν πει κιανείς πως σήμερο είναι ευχαριστημένος
ούλοι θαρρούνε σ’ άλλη γης πως ειν’ αναθρεμμένος.

Δεν ξέρομε τι θέλομε κι ίντα θα μας γλυκάνει
γλακούμε σα τζι παλαβούς και πράμα δε μας φτάνει.

Γλέντια χαρές.. βρες αφορμή να’χεις τη κάθε μέρα..
και γλέντα όσο κάτοικος είσαι σ’αυτή τη Σφαίρα !!!

20130604-095948.jpg

Ψηλά το μπέτη στέσανε ασπίδα για την Κρήτη…

Ασπρόμαυρα μας φαίνουνται σα τσοι παλιές ταινίες
όσοι από μας δε ζήσαμε στση κατοχής τα χρόνια.
Μύθος δεν είναι ψεύτικος, μα είναι ιστορία,
πραγματική που ζήσανε γονέοι και παππούδες…
μ’αυτό το αιματοκύλισμα με πείνα και στερήσεις,
μεγάλωσαν κι ας φαίνεται σ’εμάς σαν παραμύθι.
Όλη η Ελλάδα έζησε βαθιά μες στο πετσί της
κι όλος ο κόσμος πέρασε σχεδόν τη χτηνωδία…
που μια ομάδα Δυτικών θαρρούσαν πως το αίμα
είναι νερό για πότισμα κηπούλι να ποτίσουν
και βάλθηκαν στο κήπο τους δεξαμενές να χτίσουν,
νά’χουνε να ποτίζουνε μη ξεραθεί ποτέ του…
Την Κρήτη την αφήσανε στο τέλος για μετόχι
να κάνουνε τα μπάνια τους οι Άριοι βαθμοφόροι
να λιάζουνται να ξεραθεί η μούχλα του χωριού τους.
Κι ετσά δε ρίξανε φωθιά να τηνε κάνουν στάχτη,
μα ρίξαν μ’αλεξίπτωτα χιλιάδες στρατιώτες
σ’ανυπεράσπιστο λαό που δεν τον εγνωρίζαν
δεν κάτεχαν τη δύναμη που κρύβουν στην ψυχή τους
άθρωπο δε πειράζουνε μα άμα τσοι πειράξεις,
γίνουντ’ ανήμερα θεριά, τη λεφτεριά να φέρουν
είκοσι ήταν του Μαγιού του κόκκινου με αίμα
που φέρανε αντίσταση μαζί με τσοι συμμάχους
και με κατσούνες για σπαθιά δε σκύψανε κεφάλι
κι ας χάσαν φίλους και δικούς, γονέους και κοπέλια
ψηλά το μπέτη στέσανε ασπίδα για την Κρήτη.
Κι εδά θωρώ στσοι μέρες μας ίδιος λαός μας πνίγει
με τα ευρώ μας μάχουνται αντί με τα τουφέκια
και Έλληνες πολιτικοί σχεδόν στσοι ευλογούνε
και κάποιοι μέσα στη βουλή το Χίτλερ χαιρετούνε!!!

20130520-135530.jpg