Just another WordPress.com site

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ Αφιέρωμα στον Μάρκο Αβάτζο, Ταγματάρχη Xωροφυλακής

Από τον ΣΤΑΘΗ ΓΑΓΑΝΗ Φυσικό του 1ου Γυμνασίου

Ο ταγματάρχης Χωροφυλακής Μάρκος Αβάτζος, γεννήθηκε το 1876 στο Ατσιπόπουλο. Έλαβε μέρος στις τελευταίες κρητικές επαναστάσεις (1895, 1897), στο κίνημα του Θερίσου (1905) και στην εκκαθάριση της Θεσσαλονίκης από τους Βουλγάρους (1913). Ο Μάρκος Αβάτζος, που όλη του τη ζωή την είχε αφιερωμένη στην πατρίδα, θα απουσίαζε από τη Μάχη της Κρήτης (Μάης 1941), μόνο αν ήταν πεθαμένος. Ήταν 65 ετών, καταβεβλημένος από τα βάσανα, αλλά «παρών» στα Περβόλια Ρεθύμνης, όταν έπεφταν οι αλεξιπτωτιστές. Την επόμενη χρονιά πέθανε. Πιθανώς δεν άντεξε να βλέπει την Κρήτη ξανά σκλαβωμένη.

Κρητική Χωροφυλακή

Το 1899 (επί Κρητικής Πολιτείας), αποφασίστηκε η οργάνωση Σώματος Χωροφυλακής παρομοίου με αυτό των Ιταλών καραμπινιέρων, που, εκείνη την εποχή, εθεωρείτο από τα καλύτερα Σώματα Χωροφυλακής στην Ευρώπη. Ο λοχαγός των καραμπινιέρων Federico Craven, διορίστηκε διοικητής και οργανωτής της Κρητικής Χωροφυλακής. Οι νέοι της Κρήτης, εμπνεόμενοι από φιλοπατρία κυρίως, έσπευσαν να καταταγούν στο μοναδικό αυτό Σώμα της Κρητικής Πολιτείας, το οποίο είχε και στρατιωτικά καθήκοντα. Η κατάταξη σ’ αυτό, εθεωρείτο προσφορά στο έθνος, κάτι ιδιαίτερα τιμητικό και κανείς δεν σκεφτόταν να το θεωρήσει επάγγελμα. Έτσι το επίπεδο των καταταχθέντων ήταν υψηλό. Την περίοδο αυτή κατατάχτηκε στη χωροφυλακή και ο Μάρκος Αβάτζος.

Στα γεγονότα του Θερίσου (1905), η Κρητική Χωροφυλακή παρέμεινε πιστή στον Πρίγκιπα Γεώργιο και μάλιστα οι επιθέσεις εναντίον της υπαγόταν στη δικαιοδοσία των διεθνών στρατοδικείων. Αυτό δεν εμπόδισε τον Μάρκο Αβάτζο, επικεφαλής του σταθμού Χωροφυλακής του Ασκύφου, να κλειδώσει το σταθμό και μαζί με τους Χωροφύλακές του να προσχωρήσει στο στρατόπεδο των επαναστατών. Συμμετείχε σε όλα τα πολεμικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στο δυτικό Ρέθυμνο κατά τη διάρκεια του κινήματος. Γι’ αυτό το λόγο τιμωρήθηκε για λιποταξία και συνομωσία με 20 χρόνια ειρκτή. Αργότερα δόθηκε χάρη.

Κατά τη διάρκεια των βαλκανικών αγώνων, ο πρωθυπουργός της Ελλάδος Ελευθέριος Βενιζέλος, προβλέποντας τα προβλήματα που θα δημιουργηθούν στην αστυνόμευση της Θεσσαλονίκης μετά την απελευθέρωσή της, διέταξε από τις 24 Οκτωβρίου (πριν ακόμη απελευθερωθεί η Θεσσαλονίκη), τη μεταφορά της Κρητικής Χωροφυλακής εκεί. Σταδιακά όλη η δύναμη της Κρητικής Χωροφυλακής μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη και ανέλαβε το τιτάνιο έργο της αστυνόμευσης. Εκεί ήταν και ο Αβάτζος, που δοξάστηκε (όπως μας πληροφορεί η ζωντανή παράδοση) στις επιχειρήσεις εκκαθάρισης της Θεσσαλονίκης από τους Βουλγάρους, κατά τη διάρκεια του 2ου Βαλκανικού πολέμου.

Για την παρουσία των Κρητών Χωροφυλάκων στη Θεσσαλονίκη, οι εφημερίδες της εποχής έγραφαν λίβελους γι’ αυτούς και την Κρήτη. Η Γαλλική «L’ illustration», ανέφερε: «… Κάτι άλλο προσελκύει κατά διαστήματα την προσοχή του πλήθους. Η διέλευσις μιας περιπόλου Κρητών χωροφυλάκων, με την εθνικήν των στολήν, μπότες, σαλβάρι, μικρόν χιτώνιον και ίσιον σκούφον (τόκα) τολμηρώς τοποθετημένον προς τα πλάγια επί της κεφαλής. Είναι ωραίοι άνδρες, μελαχρινοί, υψηλοί με βάδισμα σταθερόν… Η υπερηφάνεια φωτίζει τα μέτωπά των. Οποίον όνειρον δεν ζουν άλλωστε, αυτοί οι οποίοι επί τόσον μακρόν διάστημα υπήρξαν τα παίγνια των Τούρκων εις το δυστυχισμένον νησί των, με το να βλέπουν σήμερον ότι είναι επιφορτισμένοι να κρατούν την τάξιν εντός της Θεσσαλονίκης, την οποίαν απέσπασαν από τους Τούρκους και η οποία κατοικείται ακόμη από τόσους εκ των παλαιών κατακτητών της, οι οποίοι οφείλουν τώρα να τους υπακούουν! Η παρουσία αυτής της χωροφυλακής, η οποία δεν αστειεύεται, θα ησυχάση ίσως ολίγον τους βουλγάρους στρατιώτας, οι οποίοι καθ’ εσπέραν μεθούν υπερβολικώς και κατόπιν δημιουργούν σκάνδαλα από παντού όπου διέρχονται». Η «ΠΡΩΙΝΗ» Θεσσαλονίκης τόνιζε: «Οι Κρήτες Χωροφύλακες επιβάλλουσιν εξ ίσου το κράτος του Νόμου και εις τους πολίτας και εις τους αντάρτας και εις τους στρατιώτας, ανεξαρτήτως φυλής και θρησκεύματος, όλοι τους υπακούουν, εις όλους επιβάλλονται, διότι όλοι τούς σέβονται και τους φοβούνται». Η «ΝΕΑ ΑΛΗΘΕΙΑ» Θεσσαλονίκης επεσήμαινε: «Ο Κρης χωροφύλαξ, ανήρ του καθήκοντος, πειθαρχικός και αξιοπρεπής, κατόρθωσε από τας πρώτας ημέρας να επιβληθεί… Τοιουτοτρόπως εντός ολίγου καιρού η Θεσσαλονίκη είχε το ευτύχημα να γνωρίση ησυχίαν και τάξιν, την οποίαν κατά τα τελευταία της τουρκοκρατίας έτη ουδέ καν να ονειρευθεί ηδύνατο… Τι άνδρες, τι λεβέντες, τι παλικάρια, τι ωραίοι και ευσταλείς και ακλόνητοι αυτοί οι Κρήτες χωροφύλακες… Δεν υπάρχει χώμα εις τον κόσμον να παράγει άνδρας καλλίονας και ανδρειωτέρους των Κρητών…». Ο «ΧΡΟΝΟΣ», του Κ. Χαιρόπουλου παρατηρούσε: «θαυμάσιοι εις παράστημα, εις πειθαρχίαν, εις οργάνωσιν, όλοι διαλεκτοί, με το σοβαρόν ύφος Αμερικανών ή Άγγλων αστυνομικών, περιέρχονται κατά περιπολίας, εμπνέοντες τον σεβασμόν εις τους πολίτας πάσης εθνικότητος. Γυμνασμένοι στρατιωτικώς, ρωμαλέοι εκ φύσεως, γενναίοι εκ χαρακτήρος, ισχυροί εξ ασκήσεως, αποτελούν μίαν δύναμιν, η οποία δεν υποχωρεί ενώπιον κανενός εμποδίου». Ο «ΧΡΟΝΟΣ» της Μόσχας σχολίαζε: «Δυστυχώς δεν έχουσιν όλα τα Κράτη, τους γενναίους και πειθαρχικούς άνδρας της Κρήτης, δια να καταρτίσωσι Χωροφυλακήν».

 

Στο καφενείο του Σκανταλονικολή

Στο καφενείο του Σκανταλονικολή μπαίνει μιαν απογευματινή, περί το 1930, ο καπετάν Μάρκος και βλέπει τους θαμώνες να πίνουνε τον καφέ ή τη ρακή τους και «να έχουν το πόδι τους απάνω σ’ άλλο». Ανάμεσα στους θαμώνες και ο Σπανός (Γιώργης Γαγάνης με τ’ όνομα). Δεν του άρεσε το θέαμα του καπετάν Μάρκου και διατάζει: «Όλοι κάτω το πόδι σας, μόνο εσύ (και δείχνει το Σπανό) να μην το κατεβάσεις».

Το Σπανό τον ξεχώριζε ο Μάρκος, γιατί την εποχή των Βαλκανικών αγώνων, είχε πουλήσει ένα χωράφι (στην περιοχή Τζίγκουνα), είχε αγοράσει ένα τουφέκι και πήγε εθελοντής με καμιά 25ριά Ατσιπουλιανούς στην Ήπειρο, υπό τον Αριστοτέλη Κόρακα. Μόνο ο Σπανός είχε το δικαίωμα απ’ όλους τους θαμώνες, κατά τη γνώμη του Μάρκου, «να έχει το πόδι του απάνω σ’ άλλο», να πίνει τον καφέ του και να καμαρώνει που η πατρίδα του είναι και μεγάλη και ελεύθερη.

Άκληρος και ο Σπανός και χωρίς καμιά πρόνοια από το ελληνικό κράτος στα ύστερά του.

(Την παραπάνω ιστορία την έχει διηγηθεί ο Ελευθέριος Νικολάου Σκανδάλης, που ήταν παρών. Διαδραματίστηκε στο καφενείο του πατέρα του. Εγώ την άκουσα από δεύτερο χέρι).

Προτάθηκε στο παρελθόν η οδός που εφάπτεται στο χωράφι που πούλησε ο Σπανός, για να αγοράσει το όπλο, να ονομαστεί «οδός Σπανού», αλλά η πρόταση απορρίφθηκε. Αργότερα ονομάστηκε «οδός Γεννηματά».


Στη μάχη της Κρήτης

Μάης του 1941 και η μάχη της Κρήτης σε εξέλιξη. Ήταν μουχλιασμένα και στο καφενείο του Σάββα του Λιονή, δυο Εγγλέζοι έπιναν ρακές στον πάγκο. Από τον Αϊ Λευτέρη φάνηκε ένα γεροντάκι να ανεβαίνει και να τραβά το γαϊδουράκι του, φορτωμένο δυο γκαζοντενεκέδες, σκεπασμένους με μια παλιοσακκούλα και στη μέση μιαν αγκαλέ τουφέκια. Στο λαιμό του κρεμόταν μια αρματιά γερμανικά αυτιά. Ήταν ο Αβάτζος, που ερχόταν από τα Περβόλια. (Τα αυτιά των σκοτωμένων, περασμένα σε κλωστή ήταν παλιό συνήθειο-από την εποχή της τουρκοκρατίας, ίσως και παλαιότερα. Ο σουλτάνος αποζημίωνε χρηματικά τους καλούς πολεμιστές. Δεν έλειπαν βέβαια τα ψέματα, για να είναι μεγαλύτερα τα χρηματικά ανταλλάγματα. Για να αποφευχθούν τα ψέματα, τα ανταλλάγματα πήγαιναν με το «κεφάλι». Τα κεφάλια όμως, μέχρι να πάνε στην πόλη αλλοιώνονταν, με τα προφανή επακόλουθα. Γι’ αυτό αντικατέστησε τα ολόκληρα κεφάλια, με τα αυτιά.)

Περνώντας από του Λιονή, είδε τους Εγγλέζους. Έδεσε το γάιδαρο στη δεματαρέ που ήτανε στον τοίχο και μπήκε στο καφενείο. Ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε. Αρχίνισε τους Εγγλέζους στα εγγλέζικα: «η πατρίδα σας, σας έστειλε εδώ να είσαστε στη μάχη και όχι να μπεκροπίνετε στα καφενεία», φαινόταν να τους έλεγε και βγήκε από το μαγαζί. Ξεσκέπασε τους ντενεκέδες, έβαλε μέσα τα χέρια του, έβγαλε δυο γερμανικές κεφαλές και τις τοποθέτησε στο τεζιάκι. Πίτα στο μεθύσι οι εγγλέζοι κάνανε «εις υγεία», χτυπώντας τα ποτήρια τους στο κούτελο τω γερμανικών κεφαλών.

Και ο Μάρκος συνέχισε να «χαλιμπουρδίζει» στα εγγλέζικα, όπως μου αφηγήθηκε ο Μίμης ο Λιονής, που 15χρονος βοηθούσε το θείο του, τον Σάββα, στο καφενείο και ταυτόχρονα μάθαινε να πίνει και τη ρακή.

 

Η αμνηστία από τους Γερμανούς

Αφού τέλειωσε η μάχη της Κρήτης και η Γερμανική κατοχή εδραιώθηκε, οι καταχτητές αποφάσισαν να δώσουν αμνηστία στους αντάρτες. Πέταξαν προκηρύξεις με τα αεροπλάνα και καλούσαν αυτούς που γυρνούσαν στα βουνά να παραδοθούν. Ο Αβάτζος εμφανίστηκε στου Νταμπάκη το πηγάδι με το μπιστόλι στη μέση και κατέβαινε προς το Ατσιπόπουλο. Μια διμοιρία Γερμανοί τον περίμενε απέναντι από του Λευτεράκη το καφενείο, στην πλατεία (σημερινό ηρώο). Ο αρχηγός διέταξε «παρουσιάστε» και χαιρέτησε στρατιωτικά τον καπετάνιο. Του ζήτησε να του δώσει το πιστόλι του. Αφού το πήρε, του έβγαλε τη γεμιστήρα και του γύρισε το πιστόλι.

Κάπως έτσι έγινε και με τον καπετάν Μιχάλη Κόρακα, σε μια κρητική επανάσταση. Με τη λήξη της επανάστασης, οι Τούρκοι έδωσαν αμνηστία στους επαναστάτες. Στον Κόρακα μαζί με την αμνηστία έδωκαν και το δικαίωμα να μπαίνει στο Ηράκλειο, κρατώντας και τα άρματά του. Και η κρητική μούσα τραγούδησε:

«Αφήστε τονε να περνά από τω Χανιώ την πόρτα

και να φορεί και τ’ άρματα όπως τα φόριε πρώτα».

Μετά την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Τούρκους, οι Κρητικοί δεν παρέλειψαν βέβαια, να ανεγείρουν τον ανδριάντα του Κόρακα στην είσοδο του Ηρακλείου, στω Χανιώ την πόρτα. Το ίδιο και οι σύγχρονοι Ατσιπουλιανοί, έδωσαν το όνομα «Μάρκος Αβάτζος» στο κομμάτι της παλαιάς εθνικής οδού που είναι στην περιοχή Βιολί Χαράκι. Ας ελπίσουμε πως κάποια στιγμή θα προχωρήσουν και στην κατασκευή της προτομής του, που θα στηθεί ή κάπου στην ομώνυμη οδό ή δίπλα στην προτομή του Χαράλαμπου Λιανδρή στον πολιτιστικό σύλλογο.

Και αυτή την ιστορία την άκουσα από τον Μίμη το Λιονή.


Ο ενταφιασμός του

Μέσα στην κατοχή πέθανε ο Μάρκος. Η επιθυμία του ήταν να ταφεί στο σπήλαιο του Αγίου Αντωνίου στη Ζουρίδα (ακόμα και σήμερα ακούγεται ως «ο σπήλιος τ’ Αβάτζου»), κάτι που δεν ήταν εφικτό. Τάφηκε στο νεκροταφείο του Ατσιποπούλου, παρουσία Γερμανικής διμοιρίας. Πριν την ταφή, ο Γερμανός αξιωματικός πλησίασε το φέρετρο, πήρε το μπιστόλι από το νεκρό και έδωσε διαταγή να τον αποχαιρετήσουν με πυροβολισμούς. Αργότερα, τα οστά του μεταφέρθηκαν σε τάφο στον Κουμπέ, δίπλα στο μοναστήρι του Σωτήρα Χριστού.

Και αυτή την ιστορία την άκουσα από τον Μίμη το Λιονή.

Το αφιέρωμά μας θα συνεχιστεί και σε επόμενο φύλλο, στο πλαίσιο και άλλων αναφορών που θα γίνουν για τους ήρωες της Μάχης της Κρήτης.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s